Σελίδες

Ξυπνάτε Έλληνες και δείτε...

Η φωτογραφία μου
1/1/2011 ----- Φίλες και φίλοι γειά σας. Ξεκινάμε μια προσπάθεια να βοηθήσουμε και εμείς όλους τους Έλληνες πολίτες να δουν μέσα και από το δικό μας Blog με άλλο μάτι (και όχι με τα μάτια των υποτακτικών Μ.Μ.Ε.) όλα αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα μας και τα σχέδια που έχουν οι εντός και εκτός χώρας εχθροί μας… Αυτό το Blog δεν είναι Εθνικιστικό. Είναι απλά Ελληνικό και θέλει να δείξει τα κακώς κείμενα και την προσπάθεια που γίνετε για την εξόντωση της πατρίδας μας… Δεν έχουμε καμιά σχέση με Εθνικιστικές οργανώσεις, Μ.Κ.Ο. και λοιπά συναφή στοιχεία. Εμείς εδώ είμαστε μιά ομάδα οι οποίοι είναι ΑΠΛΑ Έλληνες και Χριστιανοί Ορθόδοξοι και θέλουμε το καλύτερο για τη χώρα μας και τους πολίτες της. Από αυτά που θα δείτε στην πορεία θα καταλάβετε πολλά και ελπίζω να σκεφτείτε λίγο τι και ποιοι είναι αυτοί που μας κυβερνούσαν και μας κυβερνούν εδώ και χρόνια, ποιος ο ρόλος τους και τι πρέπει να κάνουμε εμείς… Ελπίζουμε να μας τιμήσουν ΟΛΟΙ οι Έλληνες με τις αναγνώσεις τους και τα σχόλιά τους. Θα σας παρακαλέσουμε τέλος να διαδώσετε αυτό το χώρο σε όσους περισσότερους Έλληνες μπορείτε για να ενωθούμε ΟΛΟΙ μαζί και να αντιμετωπίσουμε τους Εχθρούς μας…

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Διαβάστε, Αντιγράψτε και Αποθηκεύστε Ολόκληρο τον Εθνικό μας Ύμνο


«Ύμνος εις την Ελευθερίαν»

στίχοι : Διονύσιος Σολωμός
μελοποίηση : Νικόλαος Μάντζαρος



1
Σ
ὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
το
ῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σ
ὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
πο
ῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

2
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τ
ῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
κα
ὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χα
ῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

3
Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
πικραμένη,
ἐντροπαλή,
κι
ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
«
ἔλα πάλι», νὰ σοῦ πῇ.


4
Ἄργειε νά ῾λθη ἐκείνη ἡ μέρα
κι
ἦταν ὅλα σιωπηλά,
γιατ
ὶ τά ῾σκιαζε ἡ φοβέρα
κα
ὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.

5
Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου
ἔμεινε νὰ λὲς
περασμένα μεγαλε
ῖα
κα
ὶ διηγώντας τα νὰ κλαῖς.

6
Κα
ὶ ἀκαρτέρει, καὶ ἀκαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ἕνα ἐκτύπαε τ᾿ ἄλλο χέρι
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά,

7
κι
ἔλεες «πότε, ἅ! πότε βγάνω
τ
ὸ κεφάλι ἀπὸ τς ἐρμιές;»
Κα
ὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
κλάψες,
ἅλυσες, φωνές.

8
Τότε
ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
μ
ὲς στὰ κλάιματα θολό,
κα
ὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἔσταζ᾿ αἷμα
πλ
ῆθος αἷμα ἑλληνικό.

9
Μ
ὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
ξέρω
ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
ν
ὰ γυρεύῃς εἰς τὰ ξένα
ἄλλα χέρια δυνατά.

10
Μοναχ
ὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχή,
δ
ὲν εἶν᾿ εὔκολες οἱ θύρες,
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῆ.



11
Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια
ἀλλ᾿ ἀνάσασιν καμιὰ
ἄλλος σοῦ ἔταξε βοήθεια
κα
ὶ σὲ γέλασε φρικτά.

12
Ἄλλοι, ὀϊμέ! στὴ συμφορά σου,
ὅπου ἐχαίροντο πολύ,
«σύρε νά
῾βρῃς τὰ παιδιά σου,
σύρε»,
ἐλέγαν οἱ σκληροί.

13
Φεύγει
ὀπίσω τὸ ποδάρι
κα
ὶ ὁλογλήγορο πατεῖ
ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι
πο
ὺ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ.

14
Ταπεινότατή σου γέρνει
ἡ τρισάθλια κεφαλή,
σ
ὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει
κι ε
ἶναι βάρος του ἡ ζωή.

15
Ναί·
ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου μ
ὲ ὁρμή,
πο
ὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή!

16
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τ
ῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
κα
ὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη
χα
ῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

17
Μόλις ε
ἶδε τὴν ὁρμή σου
ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τ᾿ς ἐχθροὺς
ε
ἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου
ἔτρεφ᾿ ἄνθια καὶ καρπούς,

18
ἐγαλήνευσε καὶ ἐχύθη
καταχθόνια μία βο
ὴ
κα
ὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη
πολεμόκραχτη
ἡ φωνή1

19
ὅλοι οἱ τόποι σου σ᾿ ἐκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
κα
ὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν,
ὅσα αἰσθάνετο ἡ καρδιά.


20
Ἐφωνάξανε ὡς τ᾿ ἀστέρια
το
ῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
κα
ὶ ἐσηκώσανε τὰ χέρια,
γι
ὰ νὰ δείξουνε χαρά,



21
μ
᾿ ὅλον πού ῾ναι ἁλυσωμένο
τ
ὸ καθένα τεχνικὰ
κα
ὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο
ἔχει: ψεύτρα Ἐλευθεριά.

22
Γκαρδιακ
ὰ χαροποιήθη
κα
ὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ
κα
ὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη
πο
ῦ τὴν ἔδεναν κι αὐτή.

23
Ἀπ᾿ τὸν πύργο του φωνάζει,
σ
ὰ νὰ λέῃ «σὲ χαιρετῶ»,
κα
ὶ τὴ χήτη του τινάζει
τ
ὸ Λεοντάρι τὸ Ἰσπανό.

24
Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας
τ
ὸ θηρίο καὶ σέρνει εὐθὺς
κατ
ὰ τ᾿ ἄκρα τῆς Ῥουσίας
τ
ὰ μουγκρίσματα τ᾿ς ὀργῆς.

25
Ε
ἰς τὸ κίνημά του δείχνει
π
ὼς τὰ μέλη εἶν᾿ δυνατὰ
κα
ὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κῦμα ρίχνει
μία σπιθόβολη ματιά.

26
Σ
ὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη
κα
ὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ,
πο
ὺ φτερὰ καὶ νύχια θρέφει
μ
ὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ·

27
κα
ὶ σ᾿ ἐσὲ καταγειρμένος,
γιατ
ὶ πάντα σὲ μισεῖ,
ἔκρωζ᾿, ἔκρωζε ὁ σκασμένος,
ν
ὰ σὲ βλάψῃ, ἂν ἠμπορῇ.

28
Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι
πάρεξ πο
ὺ θὰ πρωτοπᾷς
δ
ὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι
στ
ὲς βρισίες ὅπου ἀγρικᾷς·

29
σ
ὰν τὸ βράχον ὅπου ἀφήνει
κάθε
ἀκάθαρτο νερὸ
ε
ἰς τὰ πόδια του νὰ χύνῃ
ε
ὐκολόσβηστον ἀφρό,

30
ὅπου ἀφήνει ἀνεμοζάλη
κα
ὶ χαλάζι καὶ βροχὴ
ν
ὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη,
τ
ὴν αἰ
ώνια κορυφή.



31
Δυστυχιά του,
ὢ δυστυχιά του,
ὁποιανοῦ θέλει βρεθῆ
στ
ὸ μαχαῖρι σου ἀποκάτου
κα
ὶ σ᾿ ἐκεῖνο ἀντισταθῇ.

32
Τ
ὸ θηρίο, π᾿ ἀνανογιέται
π
ῶς τοῦ λείπουν τὰ μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
α
ἷμα ἀνθρώπινο διψᾷ.

33
Τρέχει, τρέχει
ὅλα τὰ δάση,
τ
ὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,
κα
ὶ ὅπου φθάση, ὅπου περάσῃ
φρίκη, θάνατος,
ἐρμιά·

34
ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη,
ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ·
ξίφος
ἔξω ἀπὸ τὴν θήκη
πλέον
ἀνδρείαν σοῦ προξενεῖ.

35
Ἰδοὺ ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει
τ
ῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς·
τώρα τρόμου
ἀστροπελέκι
ν
ὰ τῆς ρίψῃς πιθυμᾶς.

36
Μεγαλόψυχο τ
ὸ μάτι
δείχνει πάντα
ὅπως νικεῖ,
κα
ὶ ἂς εἶναι ἄρματα γεμάτη
κα
ὶ πολέμιαν χλαλοή.

37
Σο
ὺ προβαίνουνε καὶ τρίζουν,
γι
ὰ νὰ ἰδῆς πὼς εἶν᾿ πολλὰ
δ
ὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;2

38
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θ
ὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτά,
γι
ὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα,
πο
ὺ θὲ ναὔρῃ ἡ συμφορά.

39
Κατεβαίνουνε, κα
ὶ ἀνάφτει
το
ῦ πολέμου ἀναλαμπή·
τ
ὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,
λάμπει, κόφτει τ
ὸ σπαθί.

40
Γιατί
ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;
λίγα τ
ὰ αἵματα γιατί;
τ
ὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγῃ
κα
ὶ στὸ κάστρο ν᾿ ἀνεβῇ.3



41
Μέτρα! ε
ἶν᾿ ἄπειροι οἱ φευγάτοι,
ὁποὺ φεύγοντας δειλιοῦν·
τ
ὰ λαβώματα στὴν πλάτη
δέχοντ
᾿, ὥστε ν᾿ ἀνεβοῦν.

42
Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
τ
ὴν ἀφεύγατη φθορά·
νά, σ
ᾶς φθάνει· ἀποκριθῆτε
στ
ῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά.4

43 
Ἀποκρίνονται, καὶ ἡ μάχη
ἔτσι ἀρχίζει, ὅπου μακριὰ
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
ἀντιβούιζε φοβερά.

44
Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.

45
Ἄ! τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
πο
ὺ τὴν τρέμει ὁ λογισμός;
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.

46
Τ
ῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
ο
ἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
το
ῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,

47
κα
ὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι,
ὅπου ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
ἐπαράσταιναν τὸν ᾅδη
πο
ῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά·

48
τ
᾿ ἀκαρτέρειε. ἐφαίνοντ᾿ ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη
ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.

49
Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη
ἡ ἐντάφια συντροφιά,
σ
ὰν τὸ ροῦχο ὁποὺσκεπάζει
τ
ὰ κρεββάτια τὰ στερνά.

50
Τόσοι, τόσοι
ἀνταμωμένοι
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,
ὅσοι εἶν᾿ ἄδικα σφαγμένοι
ἀπὸ τούρκικην ὀ
ργή.



51
Τόσα πέφτουνε τ
ὰ θέρι-
σμένα
ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς·
σχεδ
ὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ᾿ αὐτούς.

52
Θαμποφέγγει κανέν
᾿ ἄστρο,
κα
ὶ ἀναδεύοντο μαζί,
ἀναβαίνοντας τὸ κάστρο
μ
ὲ νεκρώσιμη σιωπή.

53
Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,
μ
ὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,
ὅταν στέλνῃ μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,

54
ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ᾿ ἄδεια
τ
ὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,
σειο
ῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,
ὅπου οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.

55
Μ
ὲ τὰ μάτια τους γυρεύουν
ὅπου εἶν᾿ αἵματα πηχτά,
κα
ὶ μὲς στ᾿ αἵματα χορεύουν
μ
ὲ βρυχίσματα βραχνά,

56
κα
ὶ χορεύοντας μανίζουν
ε
ἰς τοὺς Ἕλληνας κοντά,
κα
ὶ τὰ στήθια τους ἐγγίζουν
μ
ὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.

57
Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει
βαθι
ὰ μὲς στὰ σωθικά,
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
κα
ὶ ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.

58
Τότε α
ὐξαίνει τοῦ πολέμου
ὁ χορὸς τρομακτικά,
σ
ὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
στο
ῦ πελάου τὴ μοναξιά.

59
Κτυπο
ῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου·
κάθε κτύπημα πο
ὺ ἐβγῇ
ε
ἶναι κτύπημα θανάτου,
χωρ
ὶς νὰ δευτερωθῇ.

60
Κάθε σ
ῶμα ἱδρώνει, ρέει
λ
ὲς καὶ ἐκεῖθεν ἡ ψυχὴ
ἀπ᾿ τὸ μῖσος ποὺ τὴν καίει
πολεμάει ν
ὰ πεταχθῇ
.



61
Τ
ῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε
μ
ὲς στὰ στήθια τους ἀργά,
κα
ὶ τὰ χέρια ὁποὺ χουμᾶνε
περισσότερο ε
ἶν᾿ γοργά.

62
Ο
ὐρανὸς γι᾿ αὐτοὺς δὲν εἶναι,
ο
ὐδὲ πέλαο, οὐδὲ γῆ·
γι
᾿ αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι
μαζωμένο
ἀντάμα ἐκεῖ.

63
Τόση
ἡ μάνητα καὶ ἡ ζάλη,
πο
ὺ στοχάζεσαι, μὴ πὼς
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ᾿ ἄλλη
δ
ὲν μείνῃ ἕνας ζωντανός.

64
Κοίτα χέρια
ἀπελπισμένα
π
ῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

65
κα
ὶ παλάσκες καὶ σπαθία
μ
ὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
κα
ὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία
σωθικ
ὰ λαχταριστά.

66
Προσοχ
ὴ καμία δὲν κάνει
κανείς,
ὄχι, εἰς τὴ σφαγὴ
π
ᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ! φθάνει,
φθάνει
ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;

67
Πο
ῖος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,
πάρεξ
ὅταν ξαπλωθῇ;
Δ
ὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο
κα
ὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.

68
Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,
κα
ὶ «Ἀλλά» ἐφώναζαν, «Ἀλλά»
κα
ὶ τῶν χριστιανῶν τὰ χείλη
«φωτιά»
ἐφώναζαν, «φωτιά».

69
Λεονταρόψυχα
ἐκτυπιοῦντο,
πάντα
ἐφώναζαν «φωτιά»,
κα
ὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,
πάντα σκούζοντας «
Ἀλλά».

70
Παντο
ῦ φόβος καὶ τρομάρα
κα
ὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί·
παντο
ῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,
κα
ὶ παντοῦ
ξεψυχισμοί.


71
Ἦταν τόσοι! πλέον τὸ βόλι
ε
ἰς τ᾿ αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.
Ὅλοι χάμου ἐκείτοντ᾿ ὅλοι
ε
ἰς τὴν τέταρτην αὐγή.

72
Σ
ὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη
κα
ὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,
κα
ὶ τὸ ἀθῷο χόρτο πίνει
α
ἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.

73
Τ
ῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
δ
ὲν φυσᾷς τώρα ἐσὺ πλιὸ
στ
ῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι5
φύσα, φύσα ε
ἰς τὸ Σταυρό.

74
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τ
ῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
κα
ὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χα
ῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

75
Τ
ῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι
δ
ὲν λάμπ᾿ ἥλιος μοναχὰ
ε
ἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει
ε
ἰς τ᾿ ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά·

76
ε
ἰς τὸν ἥσυχον αἰθέρα
τώρα
ἀθῴα δὲν ἀντηχεῖ
τ
ὰ λαλήματα ἡ φλογέρα,
τ
ὰ βελάσματα τὸ ἀρνί·

77
τρέχουν
ἅρματα χιλιάδες
σ
ὰν τὸ κῦμα εἰς τὸ γιαλὸ
ἀλλ᾿ οἱ ἀνδρεῖοι παλικαράδες
δ
ὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.

78
Ὢ τρακόσιοι! σηκωθῆτε
κα
ὶ ξανάλθετε σ᾿ ἐμᾶς·
τ
ὰ παιδιά σας θέλ᾿ ἰδῆτε
πόσο μοιάζουνε μ
᾿ ἐσᾶς.

79
Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται,
κα
ὶ μὲ πάτημα τυφλὸ
ε
ἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
κι
ὅλοι χάνουνται ἀπ᾿ ἐδῶ.

80
Στέλνει
ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου
πε
ῖναν καὶ θανατικὸ
πο
ῦ σὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου
περπατο
ῦν ἀντάμα οἱ
δυό·


81
κα
ὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια
ἀπεθαίνανε παντοῦ
τ
ὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια
τ
ῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ.

82
Κα
ὶ ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
πο
ῦ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,
ε
ἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
ματωμένη περπατε
ῖς.

83
Στ
ὴ σκιὰ χεροπιασμένες,6
στ
ὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ
κρινοδάκτυλες παρθένες,
ὅπου κάνουνε χορό·

84
στ
ὸ χορὸ γλυκογυρίζουν
ὡραία μάτια ἐρωτικά,
κα
ὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν
μα
ῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.

85
Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
π
ὼς ὁ κόρφος καθεμιᾶς
γλυκοβύζαστο
ἑτοιμάζει
γάλα
ἀνδρείας καὶ ἐλευθεριᾶς.

86
Μ
ὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,
τ
ὸ ποτήρι δὲν βαστῶ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σ
ὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.

87
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τ
ῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
κα
ὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χα
ῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

88
Π
ῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι
τ
ὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
μέρα πο
ὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι7
γι
ὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ.

89
Σο
ὖλθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
ἡ Θρησκεία μ᾿ ἕνα σταυρὸ
κα
ὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
ὅπου ἀνεῖ τὸν οὐρανό,

90
«σ
᾿ αὐτό», ἐφώναξε, «τὸ χῶμα
στάσου
ὁλόρθη, Ἐλευθεριά»·
κα
ὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
μπαίνει μ
ὲς στὴν ἐκκλησιά.8


91
Ε
ἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,
κα
ὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ
γύρω γύρω της πυκνώνει
πο
ὺ σκορπάει τὸ θυμιατό.

92
Ἀγρικάει τὴν ψαλμῳδία
ὁποὺ ἐδίδαξεν αὐτή·
βλέπει τ
ὴ φωταγωγία
στο
ὺς ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.

93
Ποιο
ὶ εἶν᾿ αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν
μ
ὲ πολλὴ ποδοβολή,
κι
ἅρματ᾿, ἅρματα ταράζουν;
Ἐπετάχτηκες Ἐσύ.

94
Ἄ! τὸ φῶς, ποὺ σὲ στολίζει
σ
ὰν ἡλίου φεγγοβολὴ
κα
ὶ μακρόθεν σπινθηρίζει,
δ
ὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ·

95
λάμψιν
ἔχει ὅλη φλογώδη
χε
ῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός·
φ
ῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
κι
ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.

96
Τ
ὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατ
ᾷς,
σ
ὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
κα
ὶ εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾷς·

97
μ
ὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει
προχωρώντας
ὁμιλεῖς·
«Σήμερ
᾿, ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
ναί, το
ῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής».

98
Α
ὐτὸς λέγει... «Ἀφοκρασθῆτε
Ἐγὼ εἶμ᾿ Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ·9
πέστε, πο
ῦ θ᾿ ἀποκρυφθῆτε
ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ;

99
»Φλόγα
ἀκοίμητήν σας βρέχω,
πο
ὺ μ᾿ αὐτὴν ἂν συγκριθῇ
κείνη
ἡ κάτω ὅπου σας ἔχω
σ
ὰν δροσιὰ θέλει βρεθῇ.

100
»Κατατρώγει,
ὡσὰν τὴ σχίζα,
τόπους
ἄμετρα ὑψηλούς,
χ
ῶρες, ὄρη ἀπὸ τὴ ρίζα,
ζ
ῷα καὶ δένδρα καὶ
θνητούς,


101
»κα
ὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει,
κα
ὶ δὲν σῴζεται πνοή,
πάρεξ το
ῦ ἀνέμου ποὺ πνέει
μ
ὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή».

102
Κάποιος
ἤθελε ἐρωτήσει:
το
ῦ θυμοῦ του εἶσαι ἀδελφή;
Πο
ῖος εἶν᾿ ἄξιος νὰ νικήσῃ
ἢ μ᾿ ἐσὲ νὰ μετρηθῆ;

103
Ἡ γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση
το
ῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,
πο
ὺ ὅλην θέλει θανατώσῃ
τ
ὴ μισόχριστη σπορά.

104
Τ
ὴν αἰσθάνονται, καὶ ἀφρίζουν
τ
ὰ νερά, καὶ τ᾿ ἀγρικῶ
δυνατ
ὰ νὰ μουρμουρίζουν
σ
ὰν νὰ ρυάζετο θηριό.

105
Κακορίζικοι, πο
ὺ πάτε
το
ῦ Ἀχελῴου μὲς στὴ ροή,10
κα
ὶ πιδέξια πολεμᾶτε
ἀπὸ τὴν καταδρομὴ

106
ν
᾿ ἀποφύγετε! τὸ κῦμα
ἔγινε ὅλο φουσκωτό·
ἐκεῖ εὐρήκατε τὸ μνῆμα
πρ
ὶν νὰ εὐρῆτε ἀφανισμό.

107
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας
ἐχθροῦ,
κα
ὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει
τ
ὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ.

108
Σφαλερ
ὰ τετραποδίζουν
πλ
ῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
κα
ὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά.

109
Πο
ῖος στὸν σύντροφον ἁπλώνει 
χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθῇ·
πο
ῖος τὴ σάρκα του δαγκώνει,
ὅσο ὅπου νὰ νεκρωθῇ·

110
κεφαλ
ὲς ἀπελπισμένες
μ
ὲ τὰ μάτια πεταχτά,
κατ
ὰ τ᾿ ἄστρα σηκωμένες
γι
ὰ τὴν ὕ
στερη φορά.

111
Σβηέται -α
ὐξαίνοντας ἡ πρώτη
το
ῦ Ἀχελῴου νεροσυρμή-
τ
ὸ χλιμίτρισμα, καὶ οἱ κρότοι
κα
ὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί.

112
Ἔτσι ν᾿ ἄκουα νὰ βουίξῃ
τ
ὸν βαθὺν Ὠκεανό,
κα
ὶ στὸ κῦμα του νὰ πνίξῃ
κάθε σπέρμα
Ἀγαρηνό·

113
Κα
ὶ ἐκεῖ ποὖναι ἡ Ἁγία Σοφία,
μ
ὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά,
ὅλα τ᾿ ἄψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114
σωριασμένα ν
ὰ τὰ σπρώξῃ
ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ,
κι
ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξῃ
ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.11

115
Κάθε πέτρα μν
ῆμα ἂς γένη,
κα
ὶ ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ
μ
᾿ ἀργοπάτημα ἂς πηγαίνῃ
μεταξύ τους, κα
ὶ ἂς μετρᾷ.

116
Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι
ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει
κα
ὶ δὲν φαίνεται καὶ πλιό.

117
Κα
ὶ χειρότερα ἀγριεύει
κα
ὶ φουσκώνει ὁ ποταμός·
πάντα πάντα περισσεύει
πολυφλοίσβισμα κα
ὶ ἀφρός.

118
Ἄ! γιατί δὲν ἔχω τώρα
τ
ὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;
Μεγαλόφωνα, τ
ὴν ὥρα
ὅπου ἐσβηοῦντο οἱ μισητοί,

119
τ
ὸν Θεὸν εὐχαριστοῦσε
στο
ῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
κα
ὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε
ἀναρίθμητος λαός·

120
ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία
ἡ ἀδελφή του Ἀαρών,
ἡ προφήτισσα Μαρία,
μ
᾿ ἕνα τύμπανο τερπνόν,12


121
κα
ὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
μ
ὲ τς ἀγκάλες ἀνοικτές,
τραγουδώντας,
ἀνθοφόρες,
μ
ὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές.

122
Σ
ὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
το
ῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σ
ὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
πο
ῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

123
Ε
ἰς αὐτήν, εἶν᾿ ξακουσμένο,
δ
ὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ·
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
κα
ὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

124
Τ
ὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει
κύματ
᾿ ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,
μ
ὲ τὰ ὁποῖα τὴν περιζώνει
κι ε
ἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.

125
Μ
ὲ βρυχίσματα σαλεύει,
πο
ὺ τρομάζει ἡ ἀκοὴ
κάθε ξύλο κινδυνεύει
κα
ὶ λιμιώνα ἀναζητεῖ.

126
Φαίνετ
᾿ ἔπειτα ἡ γαλήνη
κα
ὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἡλιοῦ,
κα
ὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει
το
ῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.

127
Δ
ὲν νικιέσαι, εἶν᾿ ξακουσμένο,
στ
ὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτὲ
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
κα
ὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

128
Περνο
ῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια,
κα
ὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ
τ
ὰ τρεχούμενα κατάρτια,
τ
ὰ ὁλοφούσκωτα πανιά.

129
Σ
ὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις,
κα
ὶ ἀγκαλὰ δὲν εἶν᾿ πολλές,
πολεμώντας
ἄλλα διώχνεις,
ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς

130
μ
ὲ ἐπιθύμια νὰ τηράζῃς
δυ
ὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,13
κα
ὶ θανάσιμον τινάζεις
ἐναντίον τους κεραυνό.


131
Πιάνει, α
ὐξαίνει, κοκκινίζει
κα
ὶ σηκώνει μία βροντή,
κα
ὶ τὸ πέλαο χρωματίζει
μ
ὲ αἱματόχροη βαφή.

132
Πνίγοντ
᾿ ὅλοι οἱ πολεμάρχοι
κα
ὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί·
χάρου, σκι
ὰ τοῦ Πατριάρχη,
πο
ῦ σ᾿ ἐπέταξεν ἐκεῖ.

133
Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι
μ
ὲ τ᾿ς ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή,
κα
ὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη
δίνοντάς τα ε
ἰς τὸ φιλί.

134
Κει
ὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε14
τώρα πλέον δ
ὲν τὲς πατεῖ,
κα
ὶ τὸ χέρι ὅπου ἐφιλῆστε
πλέον,
ἅ! πλέον δὲν εὐλογεῖ.

135
Ὅλοι κλαῦστε· ἀποθαμένος
ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς·
κλα
ῦστε, κλαῦστε κρεμασμένος
ὡσὰν νἄτανε φονιάς.

136
Ἔχει ὁλάνοιχτο τὸ στόμα
π
᾿ ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
τ
᾿ Ἅγιον Αἷμα, τ᾿ Ἅγιον Σῶμα·
λ
ὲς πὼς θενὰ ξαναβγῇ

137
ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει
λίγο πρ
ὶν νὰ ἀδικηθῇ
ε
ἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσῃ
κα
ὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμῇ.

138
Τ
ὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει
ε
ἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,
κα
ὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει
τ
ὴν αἰώνιαν ἀστραπή.

139
Ἡ καρδιὰ συχνοσπαράζει...
Πλ
ὴν τί βλέπω; Σοβαρὰ
ν
ὰ σωπάσω μὲ προστάζει
μ
ὲ τὸ δάκτυλο ἡ θεά.

140
Κοιτάει γύρω ε
ἰς τὴν Εὐρώπη
τρε
ῖς φορὲς μ᾿ ἀνησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι
στ
ὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾷ
:


141
«Παλληκάρια μου! ο
ἱ πολέμοι
γι
ὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,
κα
ὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει
στο
ὺς κινδύνους ἐμπροστά.

142
»
Ἀπ᾿ ἐσᾶς ἀπομακραίνει
κάθε δύναμη
ἐχθρική·
ἀλλὰ ἀνίκητη μιὰ μένει
πο
ὺ τὲς δάφνες σας μαδεῖ.

143
»Μία, πο
ὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι
ἀπὸ τὴ νίκη,
ἄχ! τὸν νοῦν σας τυραννεῖ.

144
»
Ἡ Διχόνια, ποὺ βαστάει
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ
καθεν
ὸς χαμογελάει,
πάρ
᾿ το, λέγοντας, κι ἐσύ.

145
»Κει
ὸ τὸ σκῆπτρο ποὺ σᾶς δείχνει,
ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά·
μ
ὴν τὸ πιᾶστε, γιατὶ ρίχνει
ε
ἰσὲ δάκρυα θλιβερά.

146
»
Ἀπὸ στόμα ὅπου φθονάει,
παλικάρια,
ἂς μὴν ῾πωθῇ,
π
ῶς τὸ χέρι σας κτυπάει
το
ῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.

147
»Μ
ὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους
τ
ὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:
«
Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους,
δ
ὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά».

148
»Τέτοια
ἀφήστενε φροντίδα·
ὅλο τὸ αἷμα ὁποὺ χυθῇ
γι
ὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα,
ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή.

149
»Στ
ὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε,
γι
ὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά,
σ
ᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθῆτε
σ
ὰν ἀδέλφια γκαρδιακά.

150
»Πόσον λείπει, στοχασθ
ῆτε,
πόσο
ἀκόμη νὰ παρθῇ
πάντα
ἡ νίκη, ἂν ἑνωθῆτε,
πάντα
ἐσᾶς θ᾿ ἀκολουθῇ
.


151
»
Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία!...
Καταστ
ῆστε ἕνα σταυρὸ
κα
ὶ φωνάξετε μὲ μία:
Βασιλε
ῖς, κοιτάξτ᾿ ἐδῶ.

152
»Τ
ὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε
ε
ἶναι τοῦτο, καὶ γι᾿ αὐτὸ
ματωμένους μας κοιτ
ᾶτε
στ
ὸν ἀγῶνα τὸ σκληρό.

153
»
Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν
τ
ὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν
κα
ὶ τὰ τέκνα του ἀφανίζουν
κα
ὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.

154
»
Ἐξ αἰτίας του ἐσπάρθη, ἐχάθη
α
ἷμα ἀθῷο χριστιανικό,
πο
ὺ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη
τ
ῆς νυκτός: «Νὰ ῾κδικηθῶ».

155
»Δ
ὲν ἀκοῦτε ἐσεῖς εἰκόνες
το
ῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;
Τώρα
ἐπέρασαν αἰῶνες
κα
ὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.

156
»Δ
ὲν ἀκοῦτε; εἰς κάθε μέρος
σ
ὰν τοῦ Ἄβελ καταβοᾶ·
δ
ὲν εἶν᾿ φύσημα τοῦ ἀέρος
πο
ῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.

157
»Τί θ
ὰ κάμετε; θ᾿ ἀφῆστε
ν
ὰ ἀποκτήσωμεν ἐμεῖς
Λευθερι
ὰν, ἢ θὰ τὴν λῦστε
ἐξ αἰτίας Πολιτικῆς;

158
»Το
ῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,
ἰδού, ἐμπρός σας τὸν Σταυρό·
Βασιλε
ῖς! ἐλᾶτε, ἐλᾶτε,
κα
ὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ
».

Related Posts :



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου